Η Συνθήκη της 7ης Μαϊου 1832- Η επιλογή του Όθωνα και η Ελλάδα βαυαρικό προτεκτοράτο.
H διεθνής
θέση και ή εσωτερική πολιτική μορφή του ήδη ελεύθερου ελληνικού κράτους πήρε
την οριστική νομική της υπόσταση μέ τή συνθήκη της 7ης Μαΐου 1832. Το κείμενο
αυτό υπήρξε ή κατάληξη μιας μακράς σειράς από μεταβαλλόμενα πρωτόκολλα μέ τα
όποια ή Αγγλία, ή Ρωσία και ή Γαλλία επιδίωκαν να δώσουν τέλος στην ελληνική επανάσταση και να επαναφέρουν
τήν ειρήνη και τή σταθερότητα στην Εγγύς Ανατολή. Οι δυνάμεις αυτές, ενεργώντας
στό όνομα του ελληνικού έθνους, πρόσφεραν τό στέμμα στον δεκαεπτάχρονο ΄Οθωνα,
δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου Α', του ένθερμου φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας, πού είχε υποστηρίξει ενεργά
τήν ελληνική επανάσταση. Ό Λουδοβίκος
δέχτηκε τήν προσφορά γιά λογαριασμό του ανήλικου γιου του. Άλλα ή εκλογή του
΄Οθωνα και οι όροι μέ τούς οποίους δέχτηκε τό στέμμα, για νά αποκτήσουν σταθερή και διαρκή νομική βάση στό διεθνές επίπεδο, απαιτούσαν τήν υπογραφή επίσημης
συνθήκης μεταξύ διεθνώς αναγνωρισμένων κυρίαρχων κρατών. Έτσι, ή Βαυαρία —και
όχι ό Λουδοβίκος ώς αρχηγός βασιλικού οίκου, ή o ΄Οθων ώς
αποδέκτης του στέμματος— αποτέλεσε τό τέταρτο μέλος της συνθήκης, και τό μόνο άλλο
πέρα από τις τρεις δυνάμεις.
Τό ελληνικό κράτος, ακόμη χωρίς γενική διεθνή
αναγνώριση ώς κυρίαρχη οντότητα και χωρίς κυβέρνηση μέ αδιαφιλονίκητη
αναγνώριση στό εσωτερικό, δέν έλαβε μέρος ούτε στήν υπογραφή της συνθήκης ούτε
στις διαπραγματεύσεις πού κατέληξαν σ'αυτήν. Ή απουσία του ελληνικού κράτους
από τήν υπογραφή της συνθήκης πρέπει ιδιαίτερα νά τονιστεί, επειδή σήμαινε ότι
ούτε ο ΄Οθων, ούτε κανένα νόμιμα συγκροτημένο ελληνικό
αντιπροσωπευτικό σώμα, ώς εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους, δέν διέθεταν στό
εξής κάποια διεθνώς αναγνωρισμένη νομική βάση πού θά επέτρεπε τήν αλλαγή ή τήν
απόρριψη άρθρων της συνθήκης. Ας σημειωθεί ακόμη ότι ή ιδια ή συνθήκη δέν
περιείχε κανένα άρθρο πού νά προβλέπει τήν επικύρωση της από τόν ΄Οθωνα ή άπό
άλλον νόμιμα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους.
Τά άρθρα της
συνθήκης μπορούν νά συνοψιστούν στίς ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες. Πρώτον, τό
έγγραφο όριζε τόν πρίγκιπα ΄Οθωνα της Βαυαρίας κληρονομικό μονάρχη μέ τόν τίτλο
του βασιλιά (άρθρα 1-3). Καθιέρωνε τήν κληρονομική διαδοχή σύμφωνα μέ τά
πρωτοτόκια, και καθόριζε ότι ο νεότερος αδελφός του ΄Οθωνα και οι κληρονόμοι
του θά έπαιρναν τό θρόνο στήν περίπτωση πού ο ΄Οθων θά έμενε άτεκνος, ενώ διασφάλιζε
τή διαδοχή για τόν μικρότερο αδελφό του ΄Οθωνα εφόσον και ό δεύτερος αδελφός
δέν θά είχε απογόνους (άρθρο 8).
Δεύτερον, ή συνθήκη εξουσιοδοτούσε τό βασιλιά
Λουδοβίκο νά ορίσει τριμελή αντιβασιλεία πού θά ασκούσε τή βασιλική εξουσία τήν
ενηλικίωση του ΄Οθωνα, δηλαδή ώς τή συμπλήρωση τών είκοσι χρόνων του, τήν 1η
Ιουνίου 1835 (άρθρα 9-10)
Τρίτον, πρόβλεπε τό σχηματισμό στρατιωτικού σώματος
από 3.500 άνδρες, πού θά αντικαθιστούσαν τά γαλλικά στρατεύματα πού βρίσκονταν στήν
Ελλάδα, και επέτρεπε τή χρησιμοποίηση ορισμένων βαυαρών αξιωματικών πού θά
βοηθούσαν στήν οργάνωση του ελληνικού στρατού (άρθρα 14-15)·
Τέλος, παρείχε στό
ελληνικό ανεξάρτητο βασίλειο τήν εγγύηση των τριών δυνάμεων (άρθρο 4), και υποσχόταν τήν εγγύηση τών τριών δυνάμεων
γιά τή σύναψη εξωτερικών δανείων, τών οποίων το συνολικό ανώτατο ποσό
καθορίστηκε σέ 60.000.000 φράγκα (άρθρο 12).Αυτά τά κύρια άρθρα, πού τό κείμενο
τά χαρακτηρίζει ώς τούς όρους σύμφωνα μέ τούς οποίους ό Λουδοβίκος δέχτηκε τό
θρόνο στό όνομα του γιου του, συντάχθηκαν προφανώς μέ σκοπό νά παράσχουν στό νέο
ελληνικό κράτος τήν ασφάλεια πού ήταν αναγκαία γιά τήν πρόοδο του καί στόν ΄Οθωνα τά απαραίτητα μέσα προκειμένου νά εδραιώσει τήν εξουσία του σέ μιά χώρα
πού δέν διακρινόταν ούτε γιά τά ισχυρά μοναρχικά της αισθήματα ούτε γιά τήν
αφοσίωση της στον ΄Οθωνα, δηλαδή χρήματα, στρατό και «τήν εγγύηση τών
δυνάμεων».
Άλλά τά ιδια ακριβώς άρθρα πού εξασφάλιζαν αυτά τά πλεονεκτήματα συντελοΰσαν έμμεσα στήν εγκαθίδρυση στήν Ελλάδα
βαυαρικού προτεκτοράτου καθώς και της επικυριαρχίας των τριών δυνάμεων. Όπως
διαπίστωσε ό Nicholas
Kaltchas,
εξέχουσα αυθεντία της συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας, χάρη στη συνθήκη της 7ης
Μαΐου 1832 ή Ελλάδα έγινε «βαυαρικό προτεκτοράτο υπό τον επικυριαρχικό έλεγχο τον
οποίο συνεπαγόταν ή αμφιλεγόμενη "εγγύηση των τριών δυνάμεων». Ας σταθούμε πρώτα σε κάτι εντελώς φανερό, στη διαπίστωση
δηλαδή ότι ή συνθήκη -—πού έθετε περιορισμούς στο κυριαρχικό δικαίωμα του
κράτους να καθορίζει την πολιτική μορφή του— δεν μπορούσε να μεταβληθεί ούτε στο
παραμικρό, είτε από το βασιλιά είτε από μια μελλοντική αντιπροσωπευτική
συνέλευση, χωρίς τη συναίνεση των τεσσάρων δυνάμεων, πού ήταν οι μόνες πού την
είχαν υπογράψει. Αυτές όμως είχαν όπως φαίνεται το δικαίωμα να ακυρώνουν
οποιονδήποτε ελληνικό νόμο πού, κατά τη δίκη τους ερμηνεία, δεν εναρμονιζόταν
μέ τα άρθρα 175 της συνθήκης. Η διαπίστωση αυτή του Kaltchas απαιτεί
μεγαλύτερη επεξεργασία για νά γίνει κατανοητή ή μεταγενέστερη Έκρηξη τών Ελλήνων
κατά του φαινομένου πού ονόμασαν «βαυαροκρατία» και ή διαδικασία πού
χρησιμοποιούσαν οί τρεις δυνάμεις γιά τή συνεχή άσκηση της κηδεμονίας και της
επέμβασης τους.
Ποιες
συνθήκες κατέστησαν δυνατή τή δημιουργία βαυαρικού προτεκτοράτου;
H
άσκηση της εξουσίας από τήν αντιβασιλεία επί δυόμισι χρόνια, ή εγκατάσταση στήν
Ελλάδα βαυαρικού στρατού άπό 3.500 άνδρες, καθώς και βαυαρών αξιωματικών πού
ήρθαν γιά νά εποπτεύσουν τή διοργάνωση του ελληνικού στρατού, Ως τό 1835,
οπωσδήποτε, ή τελική πηγή εξουσίας θά ήταν ό Λουδοβίκος, ό οποίος, εφόσον του
είχε δοθεί ή εξουσία νά διορίζει τούς αντιβασιλείς, είχε κατά συνέπεια και τήν
εξουσία να τούς καθοδηγεί και νά τούς απολύει. Ακόμη και μετά τό τέλος της αντιβασιλείας,
ή βαυαρική επιρροή θά παρέμενε σημαντική εξαιτίας της επίδρασης του Λουδοβίκου
πάνω στό γιό του και της παραμονής πολλών Βαυαρών σέ ελληνικές υπηρεσίες.
Η
«εγγύηση τών τριών δυνάμεων» απλώς αναφερόταν παρεμπιπτόντως, χωρίς νά
καθορίζεται ακριβώς. Γιά τις δυνάμεις ή ασάφεια της φράσης παρουσίαζε τό διπλό
πλεονέκτημα ότι ηχούσε περισσότερο ώς ευεργετική προστασία και όχι ώς ιδιοτελής
ανάμειξη, και ότι δέν έθετε ανώτατο όριο στό δικαίωμα τους νά επεμβαίνουν. Ωστόσο
τό άρθρο 12, πού προέβλεπε τήν εγγύηση του δανείου άπό τις τρεις δυνάμεις,
παρείχε συνεχείς ευκαιρίες γιά τήν επέμβαση τών τριών δυνάμεων, είτε μονό-
πλευρά
είτε συλλογικά, στα εσωτερικά της Ελλάδας. Οι ευκαιρίες ήταν δύο ειδών: ή μια
είχε σχέση μέ τήν εξασφάλιση του υπόλοιπου μέρους του δανείου και ή άλλη μέ την
εκπλήρωση τών οικονομικών υποχρεώσεων του δανείου.
JOHN A.PETROPULOS, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ (1833-1843)Μ.Ι.Ε.Τ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου