Ιστοριοαναγνώσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ - ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ - ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Walter Benjamin Σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας




Walter Benjamin Σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας


 Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με την ονομασία Angelus Novus. Παριστάνει έναν άγγελο που κοιτάζει σαν να πρόκειται να απομακρυνθεί από κάτι το οποίο ατενίζει.. (Βλέπε θέση ΙΧ)


ο κείμενο εισήγησης της Κατερίνας Νασιώκα από το πανεπιστήμιο της Πουέμπλα στο Μεξικό την Τρίτη 6 Μαρτίου 2012 σε skype-διάλεξη! Ακολούθησε συζήτηση Αναφορές και σχετική βιβλιογραφία υπάρχει στο τέλος του κειμένου. Πρώτη Δημοσίευση Φλώροι Εικαστικοί
Βάλτερ Μπένγιαμιν: σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρείται από τους πιο σημαντικούς και πολυμελετημένους φιλόσοφους, στοχαστές, κριτικούς λογοτεχνίας, ιστορικούς της κουλτούρας (και πολλές άλλες ιδιότητες που θα μπορούσαν να του έχουν αποδοθεί ή να του αποδοθούν εξαιτίας του πολυποίκιλου έργου του)· ωστόσο μία από τις βασικές προσφορές του σύμφωνα με τους μελετητές του είναι μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας, μέσα από τις αποσπασματικές, αινιγματικές, αλληγορικές, α-συστηματικές αλλά βαθιά ανατρεπτικές και ουσιαστικά κριτικές Θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας, που συνιστούν ένα από τα πλέον σημαντικά φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα του 20ου αιώνα. Ο Μπένγιαμιν εντάσσεται στην παράδοση της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης (μαζί με τους Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε κ.α.) και όπως γράφει ο Μίκαελ Λέβι είναι «ένας επαναστάτης κριτικός της φιλοσοφίας της προόδου, ένας μαρξιστής αντίπαλος του ‘προοδευτισμού’, ένας νοσταλγός του παρελθόντος που ονειρεύεται το μέλλον, ένας ρομαντικός παρτιζάνος του υλισμού» (Löwy:13).
Η αναφορά στην Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης, δηλαδή στους στοχαστές που εργάζονται ή συνδέονται με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης από το 1930 περίπου και έπειτα, μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε δύο βασικές διαστάσεις της κριτικής στο έργο του Μπένγιαμιν:
α. την κριτική της βιομηχανικής/εργοστασιακής νεωτερικότητας (με κύρια έμφαση στην επίθεση απέναντι στις έννοιες της «ανάπτυξης» και της «προόδου»)· επίκριση του καπιταλισμού,
β. την κριτική στην επικρατούσα ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία και η οποία επίσης είχε ως βασικό άξονα την εμπιστοσύνη στην έννοια της προόδου και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ως ντετερμινιστική διέξοδο από το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικών σχέσεων· επίκριση του σταλινισμού.
Ο Μπένγιαμιν θέτει στο επίκεντρο τις έννοιες της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης, του φετιχισμού που είχαν σχεδόν αποσιωπηθεί (αν σκεφτούμε ότι ο Λούκατς αποκήρυξε το περίφημο έργο τουΙστορία και ταξική συνείδηση στο οποίο αναστοχάζεται με εκπληκτικό τρόπο στο ζήτημα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμένου υποκειμένου), δηλαδή την θεωρία του Μαρξ ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους παρουσιάζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα (παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων), ότι δηλαδή ζούμε σε μια εμπράγματη κοινωνία (φετιχισμός του εμπορεύματος).
Ως μαρξιστής στοχαστής ο Μπένγιαμιν ενδιαφέρεται ακριβώς για το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή της αλλαγής του κόσμου, της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και αυτό το κεντρικό ζήτημα τίθεται σε όλα τα έργα του, φιλοσοφικά και αισθητικά. Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ένα από το βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι αυτό της ιστορικής χρονικότητας σε σχέση με την επανάσταση, δηλαδή η σύλληψη της επανάστασης όχι «ως ‘φυσικό’ ή ‘αναπόφευκτο’ αποτέλεσμα της τεχνικής και οικονομικής προόδου», όπως υποστήριξαν μέχρι τότε οι ορθόδοξες μαρξιστικές θεωρίες και οι πρακτικές και πολιτικές του σταλινισμού αλλά «ως διακοπή μιας ιστορικής εξέλιξης η οποία οδηγεί στην καταστροφή» (Löwy:25).
Κριτικές απέναντι στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό, οι ιδέες του Μπένγιαμιν είναι συγγενείς προς το σουρεαλιστικό ρεύμα από το οποίο αντλεί την έννοια του μύθου και της μαγικής διάστασης της κουλτούρας του παρελθόντος που διαπερνά ως αστραπή τη στιγμή της πάλης και της εξέγερσης των καταπιεσμένων στο παρόν, δηλαδή ένα είδος ουτοπικού ρομαντισμού που αποστρέφεται ωστόσο τις συντηρητικές και φασιστικές ερμηνείες και αναδεικνύει ως επίκεντρο την ανατροπή της εξουσίας.
Στο έργο του Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής, και σε αντίθεση με τη θεωρία αρκετών από τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης που ανησυχούσαν για τις αρνητικές συνέπειες της μαζικής κουλτούρας -ως απόρροια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής- ως προς τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης (Αντόρνο), ο Μπένγιαμιν διαβλέπει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που ωθούν προς την κοινωνική χειραφέτηση. Η μηχανική αναπαραγωγή των έργων τέχνης διαλύει την «αύρα» των έργων τέχνης ή οδηγεί σε μια κοινωνικά αλλοτριωμένη παραγωγή της.
Ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί την «αύρα» για να ορίσει την παραδοσιακή έννοια της αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης, η οποία δεν συνίσταται σε μια εγγενή ιδιότητα που αντικατοπτρίζεται στα μάτια του θεατή αλλά αποτελεί κοινωνική σχέση διαντίδρασης στην οποία επισωρεύονται εξωτερικά χαρακτηριστικά (κάτοχος και ιδιοκτήτης του έργου, χώρος και χρόνος έκθεσης, πολιτιστική αξία, μια εξουσιαστική δομή που διακρίνει τη σφαίρα της «υψηλής» από τη «λαϊκή» τέχνη, τελευταίο καταφύγιο της οποίας αποτελεί το μουσείο που πλέον προσδίδει στο έργο τέχνης την αύρα της αυθεντικής μοναδικότητας). Η καταστροφή της «αύρας», της μοναδικότητας ή της ιεροτελεστικής δημιουργίας του έργου τέχνης, μέσα από την μηχανική του αναπαραγωγή, αποτελεί επομένως κατά τον Μπένγιαμιν τη χειραφετητική δυνατότητα των αποκλεισμένων από την «υψηλή κουλτούρα» μαζών, που στην ουσία αποτελούν τους πραγματικούς παραγωγούς, να οικειοποιηθούν ξανά τους μύθους και τους φαντασιακούς δεσμούς πέρα από εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις της επικρατούσας αστικής ιδεολογίας. Ωστόσο εντοπίζει ταυτόχρονα και την «ιστορική ισχύ του αγοραίου καπιταλισμού να ‘επαναμαγεύσει’ τις παραγόμενες πολιτιστικές μορφές με όχημα αυτά τα ίδια τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας που απαξίωσαν το παραδοσιακό πλαίσιο τελετουργικής πρόσληψης των έργων τέχνης» (Δαρεμάς: 238). Αυτή η επαναμάγευση είναι η σύσταση έργων τέχνης ως εμπορευμάτων-φετίχ που συμβολίζουν τη λατρεία του καπιταλισμού, αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει φαντασμαγορία του εμπορεύματος. Ωστόσο, κατά τον Μπένγιαμιν, στον φετιχιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, πέρα από τον πυρήνα της καθολικής αλλοτρίωσης διαφαίνεται και ένα δυναμικό υπέρβασής της, καθώς αποτελεί τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα της συλλογικής μνήμης, των ονείρων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών που ωστόσο δεν έχουν χαθεί, υπάρχουν ως πλεόνασμα στη μορφή της άρνησής τους.
Μία από τις βασικές στιγμές της σκέψης του Μπένγιαμιν είναι η αναφορά στη διαλεκτική εικόνα. Για τον Μπένγιαμιν, η εικόνα αποτελεί ένα τρίτο στοιχείο ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο ως συναστρία ομοιώσεων. Με αφετηρία την έννοια της ομοίωσης ο Μπένγιαμιν κάνει αναφορά στον κόσμο των ονείρων ως συμβάντα που εμφανίζονται όχι με τρόπο ταυτοτικό αλλά παρόμοιο. Η εικόνα είναι για τον Μπένγιαμιν αυτή η διάπλαση –όχι υλική– όπου αναγνωρίσιμες εμπειρίες, η ιστορία και η πραγματικότητα, εκδηλώνονται ως μια εικόνα ανάμνησης. Οι διαλεκτικές εικόνες του Μπένγιαμιν ξεφεύγουν από την κυριαρχία της υλικής εικόνας, δηλαδή της αναπαριστατικότητας της πραγματικότητας, και μετατρέπονται σε εικόνες σκέψης, στις οποίες εγγράφονται κειμενικά η ιστορία, η πραγματικότητα και η εμπειρία. Αποτελούν αναπαραστάσεις ιδεών στις οποίες ωστόσο η ιδέα έχει αφανιστεί ή κρυφτεί σε ένα είδος ανάμνησης ή αιφνίδιας επίγνωσης. Η διαλεκτική εικόνα είναι ένας υβρίδιο κατανόησης του χρόνου και της ιστορίας. Στις παρισινές στοές ο Μπένγιαμιν προσδιορίζει τη διαλεκτική εικόνα ως τόπο όπου «αυτό που υπήρξε εισέρχεται αστραπιαία σε μια συναντρία με το τώρα. Με άλλα λόγια: η εικόνα είναι διαλεκτική εν στάσει. Γιατί ενώ η σχέση του παρόντος προς το παρελθόν είναι καθαρά χρονική, συνεχής, η σχέση αυτού που υπήρξε προς το τώρα είναι διαλεκτική: δεν είναι ροή αλλά εικόνα, άλμα». Η διαλεκτική εικόνα είναι ένα μέσο ώστε να αναγνωρίσουμε τον κόσμο, στο παρελθόν του και το παρόν του, αλλά κυρίως σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα δύο (σύζευξη εμπειρίας και σκέψης). Αυτές οι διαλεκτικές εικόνες είναι που μπορούν να καταστρέψουν την φαντασμαγορία του εμπορεύματος, και του έργου τέχνης ως εμπορεύματος, να θραύσουν την φαινομενικότητα και τη φενάκη που μας κρατά δέσμιους στον κόσμο των εμπορευμάτων.
Ένα παράδειγμα των διαλεκτικών εικόνων του Μπένγιαμιν είναι οι Θέσεις του για την φιλοσοφία της ιστορίας. Οι θέσεις, ως διαλεκτικές εικόνες, δεν αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα για τη φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά οι ίδιες ως ιερογλυφικά, ως γρύφοι ή ως ιερά κείμενα –αν και αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες– παρουσιάζουν σκέψεις γύρω από ιστορικές συλλήψεις, γύρω από αυτό που θεωρείται ως ιστορικό και τελικά γύρω από την ίδια την έννοια της Ιστορίας. Το κείμενό του αρχίζει με την αμφιλεγόμενη εικόνα του αυτόματου. Το αυτόματο ή μαριονέτα είναι στην πρώτη θέση του Μπένγιαμιν ο «ιστορικός υλισμός», ο οποίος ωστόσο αναφέρεται μέσα σε εισαγωγικά.
Ο ιστορικός υλισμός, δηλαδή η μαρξιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι υλικοί όροι ζωής καθορίζουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών, τίθεται στο στόχαστρο της κριτικής του Μπένγιαμιν όχι καθεαυτός αλλά βάσει των ύστερων ερμηνειών του και της υποβάθμισής του σε στείρο οικονομισμό, δηλαδή στον λεγόμενο χυδαίο «υλισμό», που υποστήριζε πως και η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στην πλειοψηφία του λαού θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της καπιταλιστικής λογικής (σοσιαλιστική ουτοπία) χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει κατά βάση την ίδια την καπιταλιστική λογική που βασίζεται στις έννοιες της προόδου, της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της συσσώρευσης. Για να κερδίσει ο ιστορικός υλισμός την μάχη με τον εχθρό, δηλαδή με την αστική τάξη και το κεφάλαιο, χρειάζεται σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν την βοήθεια του νάνου, που κινεί τα νήματα, δηλαδή της θεολογίας. Ο θεολογικός νάνος, ως ψυχή ενός άψυχου και νεκρού αυτοματισμού στον οποίο μετατρέπεται η φιλοσοφία όταν γίνεται δόγμα, δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε αντίστοιχο θεολογικό δόγμα. Αποτελεί στην ουσία τον αντίποδα του εξορθολογισμού που επέβαλλε ο Διαφωτισμός, έχει τις ρίζες του στον επαναστατικό ρομαντισμό και εισάγει μια παράμετρο μυστικιστική που σχετίζεται με το απροσδόκητο της εξέγερσης των καταπιεσμένων η οποία εμφανίζεται “ως αστραπή σε μια στιγμή κινδύνου”, την αναμνημόνευση των αγώνων του παρελθόντος, το καταπιεσμένο πλεόνασμα των ανθρώπινων επιθυμιών και των ονείρων που εμφανίζονται στην αρνημένη τους μορφή και που δεν σκιαγραφούνται σε απλές οικονομικές ή σχέσεις παραγωγής αλλά που διατρέχουν την πάλη των τάξεων.
Στην ένατη από τις θέσεις ο Μπένγιαμιν παρουσιάζει την εικόνα του αγγέλου της ιστορίας, βασισμένη στον πίνακα του Klee,Angelus Novus. Ο άγγελος της ιστορίας αποτελεί μια διαλεκτική εικόνα, μια εικόνα-σκέψη. Ωθείται από μια θύελλα προς μια καθορισμένη κατεύθυνση, προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή είναι «αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο» και είναι τόσο δυνατή που παγιδεύει τα φτερά του αγγέλου και δεν του επιτρέπει να τα κλείσει, δηλαδή να σταματήσει την προκαθορισμένη και ιλιγγιώδη πορεία της ιστορίας προς το μέλλον. Η κίνηση του κειμένου εδώ βασίζεται σε μια πολλαπλή αλλαγή της προοπτικής ανάμεσα στο βλέμμα του παρατηρητή προς τον άγγελο και την προοπτική της δυναμικής κίνησης του ίδιου του αγγέλου ως προς το σημείο που βρίσκεται καθώς και στην προοπτική του διάκενου της επιθυμίας του (να παραμείνει) ανάμεσα στις δύο χρονικότητες στις οποίες υπερίπταται. Η κίνησή του προς το μέλλον είναι ανάστροφη, έχει την πλάτη στραμμένη σε αυτό, ενώ το πρόσωπό του, με βλέμμα στυλωμένο, μάτια γουρλωμένα, στόμα ανοιχτό και φτερά αναπεπτάμενα βρίσκεται στραμμένο προς το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν, δηλαδή την ιστορία, που εμείς όπως αναφέρει ο Μπένγιαμιν μεταφράζουμε ως απλή αλληλουχία γεγονότων, είναι για τον άγγελο ένας σωρός ερειπίων, όχι ως στατικό στοιχείο, αλλά ως δυναμική κίνηση που η ίδια η ιστορία φέρει και επισωρεύει στα πόδια της και στα πόδια μας, είναι μια αλληλουχία καταστροφών.
Σε αυτή την αλληγορία ο Μπένγιαμιν μας προτείνει κάτι νέο: αντί να τρέξουμε προς τον παράδεισο με τη δύναμη της προόδου, όπως υποστήριζε ο ιστορικός υλισμός του ορθόδοξου μαρξιστικού ρεύματος, αντί δηλαδή να τρέξουμε προς την πραγματοποίηση της ιδέας ενός σοσιαλισμού μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα εντείνουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία στο έπακρο και θα οδηγήσουν σύμφωνα με την συγκεκριμένη αντίληψη το προλεταριάτο στην επανάσταση και την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας (παράδεισος), αντί δηλαδή να συνταυτιστούμε με την ιλλιγιώδη κίνηση της προόδου, είναι καλύτερο να κάνουμε το ανάποδο, δηλαδή να τραβήξουμε το φρένο της ιστορίας, να σταματήσουμε αυτή την κίνηση που επισωρεύει ερείπια και καταστροφές, όπως η Χιροσίμα ή το Άουσβιτς.
Ο άγγελος της ιστορίας θέλει να σταματήσει, να χρονοτριβήσει, να συνενώσει ό,τι είναι θρυμματισμένο, να «δέσει τις πληγές των θυμάτων» από όλες τις αιματηρές εμπειρίες που έχει να παρουσιάσει η ιστορία, να ξυπνήσει τους νεκρούς των πολέμων και του ναζισμού αλλά η θύελλα της προόδου, που περιγράφεται ως φυσικό φαινόμενο ακριβώς για να παρουσιάσει το αναπόφευκτο της ίδιας της λογικής της, τον εμποδίζει. Ο άγγελος της ιστορίας είναι η κίνηση της ιστορίας που καθορίζεται από την υλική συγκρότηση των ιστορικών συμβάντων. Αυτή η κίνηση μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που υπάγονται ολοκληρωτικά στην ανάπτυξη, την καταστροφή της φύσης, την ακόρεστη παραγωγή και συσσώρευση εμπορευμάτων, είναι το αφηρημένο συνεχές της ιστορίας ως αδήριτος εξελικτισμός, είναι ο χρόνος της ταξικής κυριαρχίας. Για τον Μπένγιαμιν η επαναστατική προοπτική συνίσταται στην άρνηση ή στο σπάσιμο αυτού του συνεχούς της ιστορίας, στην οποία ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτε καινούργιο παρά η επισώρευση νέων ερειπίων και νέων καταστροφών. Είναι ανάγκη η ανθρωπότητα να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης, να εναντιωθεί σε αυτή τη συγκεκριμένη λογική της ιστορίας, αν εξεγερθεί απέναντι στη φρενήρη πορεία που μας οδηγεί στην άβυσσο.
Ας σκεφτούμε την πραγματικότητα στην Ελλάδα σήμερα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή πολλές από τις εικόνες που συνθέτει η αλληγορία του αγγέλου της ιστορίας του Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από μια ιστορική λογική που μας λέει πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει εναλλακτική, πως πρέπει να δεχτούμε την νέα πειθαρχία που επιβάλει το κεφάλαιο, τα μέτρα λιτότητας και τα μνημόνια. Και επίσης μας λέει πως δεν υπάρχει περίπτωση να εναντιωθούμε σε αυτή την καταστροφική λογική του κεφαλαίου και φυσικά ότι ακόμη κι αν εναντιωθούμε δεν υπάρχει καμία περίπτωση να νικήσουμε. Και μας το λέει με χίλιους τρόπους. Κι όμως αυτό που συμβαίνει μέσα από το κίνημα ή καλύτερα το κύμα αντίστασης και ανυποταγής από τους ανθρώπους, άλλοτε σιωπηλό και καθημερινό και άλλοτε ως ξέσπασμα οργής για την αξιοπρέπεια που μας στερούν, όπως συμβαίνει και με όλα τα κινήματα σε όλο τον κόσμο και σε όλη την πορεία της ιστορίας, είναι ακριβώς αυτό: να φτύνει κατάμουτρα αυτή τη μονόδρομη λογική και να συνεχίζει να λέει «όχι», να επιμένει να μην προσαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές διαχείρισης και επιβολής, να προσπαθεί να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης.
Και για τον Μπένγιαμιν, αυτό ακριβώς κάνει και ο καλλιτέχνης όχι μόνο με μια πολιτική εικόνων αλλά και ως μέρος ενός ολιστικού πεδίου, που είναι γι’ αυτόν η πολιτική και από το οποίο κανείς δεν παραμένει εκτός.
Κ.Ν. Οαχάκα, 3/2012
Αναφορές και σχετική βιβλιογραφία
Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη, 2010, (συλλ. έργο),
Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.),
Αθήνα: Αλεξάνδρεια
Βάλτερ Μπένγιαμιν. Εικόνες και Μύθοι της νεωτερικότητας,
2007, (συλλ. έργο), Αγγελική Σπυροπούλου (επιμ.), Αθήνα:
Αλεξάνδρεια
Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα
Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα
Benjamin, W., 2005, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια
εννιακόσια, Αθήνα: Άγρα
Κώστας Μαράς, 2011, Ο φετιχισμός στην τέχνη του 20ου
αιώνα, Αθήνα: futura
Löwy, M., 2004, Walter Benjamin: Προμήνυμα Κινδύνου. Μια
ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»,
Αθήνα: Πλέθρον
Ροζάνης, Σ., 2006, Walter Benjamin: η ιεροποίηση του
αποσπάσματος, Αθήνα: Μεταίχμιο
Sergio Tischler, 2011, Χρόνος και Χειραφέτηση. Ο Μιχαήλ
Μπαχτίν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στη ζούγκλα Λακαντόνα,
Αθήνα: futura

74 Χρόνια μετά το Άουσβιτς δεν ξεχνάμε, δεν Συγχωρούμε.


74 Χρόνια μετά το Άουσβιτς δεν ξεχνάμε, δεν Συγχωρούμε.

 https://theshadesmag.wordpress.com/2019/01/27/74-xronia-meta-2/

 

Αν υπάρχει θεός θα πρέπει να με παρακαλέσει για να τον συγχωρέσω
(χαραγμένο σε τοίχο του Άουσβιτς)
Στις 27 Γενάρη 1945 Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει τους 7.000 περίπου εναπομείναντες/-σες κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς. 74 χρόνια μετά ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη συνεχίζεται:
Η ημερομηνία της 27 Γενάρη 1945, έχει συνδεθεί με τον τερματισμό του μεγαλύτερου εγκλήματος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, το Ολοκαύτωμα. Ο Κόκκινος Στρατός μπαίνει στο Άουσβιτς και απελευθερώνει τους τελευταίους κρατούμενους. Αυτό που αντίκρισαν οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ήταν ασύλληπτα φρικιαστικό. Μόνο στο Άουσβιτς – Μπίρκεναου εξοντώθηκαν πάνω από 1.100.000 άνθρωποι στην πλειονότητα τους Εβραίοι. Συνολικά στο Ολοκαύτωμα οι θανατωθέντες/είσες, έφτασαν τα 6.000.000.
Το Ολοκαύτωμα ήταν η τελειότερη βιομηχανία θανάτου στην ιστορία που έστειλε στο θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, ήταν ένα φαινόμενο ιστορικά μοναδικό που είχε ως στόχο την εξόντωση όσων ο εθνικοσοσιαλισμός θεώρησε, αντιφυλή, “υπανθρώπους” και πολιτικούς αντιπάλους. Μαζί με τους Εβραίους, στα κρεματόρια βρήκαν τον θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, μεταξύ σε αυτούς Ρομά, Σοβιετικοί Στρατιώτες και κομμουνιστές/τριες, ομοερωτικοί/ες, άνθρωποι με κινητικές και άλλες αναπηρίες και πολλοί/ες άλλοι/ες. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν ένα ατύχημα στην ιστορία του νεωτερικού πολιτισμού, ήταν η ίδια του η κορύφωση, αν αναλογιστεί κανείς/μιά ότι ήδη οι φυλετικές θεωρίες και ο αντισημιτισμός άρχισαν να παίζουν ηγεμονικό ιδεολογικό ρόλο μαζί με την κατασκευή των εθνικών λαϊκών κοινοτήτων και κρατών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας τον 19αι.
Μια υλιστική κριτική για το ζήτημα του Ολοκαυτώματος και συγκεκριμένα του στρατοπέδου του Άουσβιτς και σε αντίθεση με νερόβραστες “αντιφασιστικές” αναλύσεις, δεν μπορεί να αγνοεί την βιομηχανική κλίμακα του φαινομένου. Όπως έχει καταδείξει και ο μαρξιστής ιστορικός Moishe Postone, “Ένα εργοστάσιο, είναι ένας τόπος παραγωγής αξίας (της διαδικασίας αξιοποίησης), η οποία απαραίτητα παίρνει τη μορφή της παραγωγής των αγαθών, των αξιών χρήσης (διαδικασία εργασίας). Το συγκεκριμένο, δηλαδή, παράγεται ως ο αναγκαίος φορέας του αφηρημένου. Τα στρατόπεδα εξόντωσης των Ναζί δεν αναπαριστούν μια απαίσια εκδοχή ενός τέτοιου εργοστασίου, ένα ακραίο παράδειγμα νεωτερικότητας αλλά, μάλλον, θα έπρεπε να ιδωθούν ως η αλλόκοτη «αντι-καπιταλιστική» της άρνηση. Το Άουσβιτς αποτελούσε ένα εργοστάσιο «καταστροφής της αξίας», δηλαδή, καταστροφής της προσωποποίησης του αφηρημένου. Η οργάνωσή του ήταν αυτή μιας σατανικά αντεστραμμένης βιομηχανικής διαδικασίας, ο στόχος της οποίας ήταν να «απελευθερώσει» το συγκεκριμένο από το αφηρημένο.” 
Υπάρχουν όμως και ιστορικές πλευρές που πρέπει να εξεταστούν αναλυτικά περαιτέρω: Γιατί ήταν οι Εβραίοι το κυριότερο θύμα του Ολοκαυτώματος;.  Όπως προαναφέρθηκε, ο αντισημιτισμός “ριζοσπαστικοποιήθηκε” ως ιδεολογία μέσα από τα ίδια τα σπλάχνα της νεωτερικότητας. Αν και έφερε στοιχεία του φεουδαρχικού θρησκευτικού αντι-ιουδαϊσμού, όπου οι Εβραίοι κατηγορήθηκαν μεταξύ άλλων για τη σταύρωση του Χριστού, αρρώστιες κοκ, αποτέλεσε ένα νέο φαινόμενο, οργανικό κομμάτι της ίδιας της νεωτερικής ιδεολογίας. Για να τον κατανοήσουμε, θα πρέπει να επιστρέψουμε και να εξηγήσουμε ίδιες τις υλικές συνθήκες στα σπάργανα της ανάδυσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ας μην ξεχνάμε και τον εθνικισμό της εποχής. Απ’ τον 19ο αιώνα και μετά το τέλος των “αυτοκρατοριών” η συγκρότηση του “έθνους-κράτους” υπήρξε βασικό πολιτικό ζητούμενο στη Δύση. Οι Εβραίοι της Ευρώπης, όπως έλεγε και ο Αμός Όζ ήταν οι μοναδικοί που θεωρούσαν τον εαυτό τους Ευρωπαίο πολίτη. Δεν είναι τυχαίο ότι βαλκανικές χώρες (πχ Ρουμανία) πολύ πριν φτάσει ο στρατός των Ναζί , είχαν ήδη ξεκινήσει τα πογκρόμ. Ο “διεθνισμός” των Εβραίων ήταν αγκάθι στις εθνικιστικές ιδεολογίες.
74 Χρόνια μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό, λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται αυτό το γεγονός στην Ευρώπη και τον κόσμο. Την ίδια ώρα, ζούμε την αναβίωση του φασισμού και του ναζισμού μέσα από σύγχρονες νεοναζιστικές και νεοφασιστικές ομάδες και εθνικούς όχλους. Η Ε.Ε μέσα από συνέδρια όπως αυτό σε χώρα της Βαλτικής λίγα χρόνια πριν, σχετικοποιεί το Ολοκαύτωμα με την γενική αναφορά σε “εγκλήματα πολέμου”, εξισώνοντας έτσι τον Κόκκινο Στρατό, με τον εθνικοσοσιαλισμό και τα ναζιστικά στρατεύματα. Επιχειρούν με άλλα λόγια να εξισώσουν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και να διαστρεβλώσουν-αναθεωρήσουν την ιστορία, δηλαδή με ένα” σμπάρο δυο τρυγόνια”.
Η κατάσταση για την πλειοψηφία της αριστεράς στον Ελλαδικό χώρο αλλά και διεθνώς δεν είναι καλύτερη. Μετά το 1945, ελάχιστες πολιτικές δυνάμεις προσπάθησαν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα αυτού του αντισημιτικού φαινομένου. Πολύ περισσότερο, σήμερα, ο αντισημιτισμός συνεχίζει ακάθεκτος και με αριστερό πρόσημο μέσα από την μάσκα του αντισιωνισμού. Ο σημερινός καλυμμένος αντισημιτισμός δεν μιλάει για “Εβραίους” αλλά για σιωνιστές και “κακόμοιρους Παλαιστίνιους” . Επιθυμούν την καταστροφή του σημερινού κράτους του Ισραήλ (ενώ κουβέντα δεν γίνεται για το δικό τους καπιταλιστικό κράτος), αποκρύπτοντας ότι αυτό αποτέλεσε ένα καταφύγιο για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος σε ένα κόσμο που από την Χιλή μέχρι την Ιαπωνία υπάρχει αντισημιτισμός με ή χωρίς Εβραίους. Ο αντισημιτισμός δεν είναι μια ακόμα μορφή ρατσισμού, αλλά ιδεολογία.
Για τον αντισημίτη από την εξολόθρευση του Εβραίου θα εξαρτηθεί η τύχη του κόσμου. Ο ναζιστής ή ο σύγχρονος αντισημίτης δεν βλέπει στον Εβραίο έναν άνθρωπο κατώτερο αλλά την “Αντιφυλή” που εξουσιάζει μέσα από κάποια μυστική σκοτεινή συνωμοσία.
Με αυτό τον τρόπο ο αντισημιτισμός έχει μια ψευτο-χειραφετική διάσταση. Σύμφωνα και πάλι με τον Moishe Postone: “Αυτό που χαρακτηρίζει την εξουσία που καταλογί­ζεται στους Εβραίους στο σύγχρονο αντισημιτισμό είναι ότι είναι μυστηριωδώς άπιαστη, αφηρημένη και οικουμενική. Αποτελεί μια μορφή εξουσίας που δεν εκδηλώνει τον εαυτό της άμεσα, αλλά γυρεύ­ει έναν συμπαγή φορέα – είτε πολιτικό, κοινωνικό είτε πολιτισμικό – μέσω του οποίου να μπορεί να ενεργήσει. Επειδή η εξουσία των Εβραίων, όπως έχει προσληφθεί από το σύγχρονο αντισημιτικό φαντασιακό, δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, δεν είναι «ριζωμένη», θεωρείται τεράστια και εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί. Αυτή η εξουσία υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα, αλλά δεν είναι ταυτόσημη με αυτά. Είναι κρυμμένη – συνωμοτική. Μέσα στην κοσμοθεώρηση του σύγχρονου αντισημιτισμού, οι Εβραίοι συγκροτούν μια υπερβολικά δυνατή, σκιώδη, διεθνή συνωμοσία, υπεύθυνη για αυτά τα «προφανή» αντίθετα ζεύγη, τον πλουτοκρατικό καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, καθώς και για την άνοδο της βάρβαρης κουλτούρας της αγοράς και την παρακμή των παραδοσιακών αξιών και θεσμών. Οι Εβραίοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για οικονομικές κρίσεις και έγιναν αντικείμενο ταύτισης με την κλίμακα της κοινωνικής ανασύνθεσης και απορρύθμισης που απέφερε η ραγδαία καπιταλιστική εκβιομηχάνιση, όπως για παράδειγμα η εκρηκτική αστικοποίηση, η παρακμή των παραδοσιακών τάξεων και στρωμάτων και η άνοδος ενός νέου στρώματος τραπεζιτών, καπιταλιστών και επαγγελματιών παράλληλα με την ανάδυση ενός μεγάλου, αυξανόμενου βιομηχανικού προλεταριάτου. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός, λοιπόν, ισχυρίστηκε ότι μπορεί να εξηγεί τις ραγδαίες, θεμελιώδεις διαδικασίες αλλαγής που είχαν απογίνει απειλητικές για πολλούς ανθρώπους. Μέσα σε αυτό το φυλετικοποιημένο φαντασιακό, οι Εβραίοι δεν είναι τόσο πολύ μια κατώτερη φυλή όσο μια αντί-φυλή, υπεύθυνη για ιστορικές διαδικασίες που είναι έντονα επικίνδυνες και καταστροφικές για την κοινωνική «υγεία» των άλλων ανθρώπων – μια απειλή για την ίδια τη ζωή.”
Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος έχει και αυτό το δικό του μερίδιο ευθύνης στο Ολοκαύτωμα. Μιλάμε για μια επικράτεια όπου ζούσαν δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι και όπου μετά το Ολοκαύτωμα επέστρεψαν ελάχιστοι. Η ελληνική αστική τάξη και το κράτος της μέσα από την αγαστή συνεργασία με τους ναζί, συνέβαλε ώστε να σταλούν στα κρεματόρια εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και αντιπαραδείγματα ανθρώπων που προσπάθησαν να σώσουν Εβραίους από τον χαμό. Έτσι κατάφερε, το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος το τελικό χτύπημα για την ελληνοποίηση της Θεσσαλονίκης όπου πριν το Ολοκαύτωμα ζούσαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες Εβραίοι, καθώς και την ελληνοποίηση των Εβραϊκών περιουσιών μέσα από την “υπηρεσία διαχείρισης εβραϊκών περιουσιών”.
Στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που προσπαθούν να αλλάξουν τα ιστορικά γεγονότα ή να υποβαθμίσουν την σημασία τους. Διάφοροι “αντιφασίστες” και “ιστορικοί”, μέσα σε όλους τους υπόλοιπους, και εκμεταλλευόμενοι την κυρίαρχη καταπάτηση της μνήμης επιχειρούν να ταυτίσουν το κομμουνιστικό και παρτιζάνικο κίνημα στη χώρα με τον ελληνικό φασισμό ή και την εθνική του συγκρότηση. Ξεχνούν ότι το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν και το μόνο κίνημα που έδωσε μάχες για να σωθούν Εβραίοι και τους βοήθησε να ξεφύγουν στις ορεινές περιοχές που εκείνο έλεγχε.  Κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής και μετά τη λήξη του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου 1946 – 49, το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και οι κυβερνήσεις του που επιδόθηκαν σε ένα όργιο καταστολής και δολοφονιών, κάνοντας σημαία τους τον αντικομμουνισμό. Αυτοί έγραψαν και την ιστορία μετέπειτα, εκείνη την κυρίαρχη στον δημόσιο λόγο ιστορία που αποσιωπά τα εγκλήματα των ναζί και την συνεργασία των ελληνικών αρχών στο Ολοκαύτωμα.
Στην Ελλάδα σήμερα οι βεβηλώσεις Εβραϊκών μνημείων, οι καταστροφές σε Εβραϊκά νεκροταφεία, οι αντισημιτικές εκδηλώσεις σε εθνικιστικές κινητοποιήσεις όπως αυτές των τελευταίων μηνών με αφορμή την Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια θλιβερή ρουτίνα. Για αυτές τις επιθέσεις του εγχώριου αντισημιτισμού οι διάφοροι αντίφα, η αριστερά κοκ, σφύριξαν αδιάφορα, μιας και η μνήμη έχει για αυτούς μια χρήση επιλεκτική. Αυτό ισχύει ακόμα και για εκείνους που υποτίθεται ότι μιλάνε για τον αντισημιτισμό. Οι μάσκες όμως έχουν πέσει προ πολλού, όλο και περισσότεροι/ες αγωνιστές/τριες, αντιφασίστες/τριες το συνειδητοποιούν αυτό και φυσικά τώρα είναι καιρός να τους στείλουν εκεί στα αζήτητα της ιστορίας.
Στην επίσημη αστική ελληνική πολιτική σκηνή, το ΣΥΡΙΖΑ, τα  αριστερά εθνικιστικά κόμματα όπως το ΕΠΑΜ, η ΛΑ.Ε, η Κωνσταντοπούλου, μικρές και μεγάλες ομάδες της σοσιαλδημοκρατίας κοκ υιοθετούν ανοιχτά αντισημιτικές θέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ ότι αυτές οι θέσεις συνοδεύτηκαν με το αντιμνημόνιο και τον πόλεμο ενάντια στους τραπεζίτες της παγκοσμιοποίησης, καλλιεργώντας τις αυταπάτες για το αγνό πατριωτικό μικρομεσαίο κεφάλαιο που το πολεμάνε οι ξένοι τραπεζίτες-παράσιτα (κλασική στερεοτυπική και φαινοτυπική αναπαράσταση του κατ’ εξοχήν Εβραίου).
Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και η ιδεολογία του χτίστηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και πάνω στον αντισημιτισμό. Η καθυστερημένου τύπου ελληνική αστική επανάσταση του 1821 δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Στη μάχη της Τριπολιτσάς το 1821 σφαγιάστηκαν δεκάδες χιλιάδες άμαχοι Εβραίοι και Μουσουλμάνοι. Αντισημιτικά πογκρόμ, όπως αυτό της Κέρκυρας στα τέλη του 19αι, ποτέ δεν σταμάτησαν να διεξάγονται στον ελλαδικό χώρο. Τα αντισημιτικά λαϊκά έθιμα όπως αυτό του καψίματος του Ιούδα ή του Οβριού στην Λέσβο επίσης. Με αυτή την έννοια ο αντισημιτισμός ήταν και παραμένει ένα συγκολλητικό στοιχείο της ελληνικής ιδεολογίας.
74 χρόνια μετά το 1945:
Ως κομμουνιστές/τριες με μνήμη δεν συγχωρούμε, πολεμάμε τον αντισημιτισμό από όπου και αν αυτός προέρχεται. Ξέρουμε καλά ότι δίχως την βαθιά κατανόηση του αντισημιτισμού και του Ολοκαυτώματος δεν μπορούμε να πολεμήσουμε τον φασισμό. Δεν ανεχόμαστε καμιά αναθεώρηση της ιστορίας, βρισκόμαστε στη πρώτη γραμμή ενάντια στον αντικομμουνισμό. Είμαστε στο πλευρό των Εβραϊκών Κοινοτήτων που σήμερα δοκιμάζονται ξανά μέσα από θανατοπολιτικές διώξεις, όπως επιθέσεις, καταστροφές και βεβηλώσεις. Δεν κάνουμε ούτε ένα βήμα πίσω στον αγώνα ενάντια στον ελληνικό φασισμό, τον ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό, της ιδεολογίας του και όποιες απόπειρες αναθεώρησης της ιστορίας και αποστέγνωσης της μνήμης.
Δεν Ξεχνάμε, Δεν συγχωρούμε. 
Ποτέ Ξανά Άουσβιτς, Ποτέ Ξανά Φασισμός
Κομμουνιστές/τριες με μνήμη
Shades Magazine
Αυτόνομη Πρωτοβουλία Ενάντια στη Λήθη

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Για την προσπάθεια εξομοίωσης Κομμουνισμού - Ναζισμού


Για την  προσπάθεια εξομοίωσης Κομμουνισμού-Ναζισμού



                Άουσβιτς 1988, Φωτό Σκαρτσίλας Σωτήρης


«Μιλά για τους πρώτους Ρώσους στρατιώτες μπροστά στο στρατόπεδο μας, το γεμάτο νεκρούς και ετοιμοθάνατους : Δεν χαιρετούσαν, δεν χαμογελούσαν. Έδειχναν συντετριμμένοι, όχι μόνο από οίκτο αλλά και από ένα συγκεχυμένο αίσθημα αμηχανίας πού σφράγιζε τα στόματα τους κι αλυσόδενε το βλέμμα τους μπροστά σ' αυτό το μακάβριο θέαμα. Ήταν ή ίδια ντροπή, ή τόσο γνώριμη σ' εμάς, πού μας κατέκλυζε μετά από κάθε « διαλογή » και κάθε φορά πού ήμασταν υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουμε ή να υποστούμε έναν εξευτελισμό. Μια ντροπή πού οι Γερμανοί αγνοούσαν, ή ντροπή πού νιώθει ο δίκαιος μπροστά στην αδικία πού διέπραξε κάποιος άλλος, καθώς υποφέρει στην ιδέα ότι πλέον ή αδικία υφίσταται, ότι έχει εισχωρήσει αμετάκλητα στον κόσμο των υπαρκτών πραγμάτων και ότι ή καλή του θέληση αποδείχτηκε ασήμαντη, ανεπαρκής και εντελώς αναποτελεσματική.» Πρίμο Λέβι Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι  η Σοβιετική Ένωση και ο Σοβιετικός Στρατός όχι μόνο σταμάτησαν τον Ναζισμό, αλλά και τσάκισαν μια για πάντα την ναζιστική μηχανή του θανάτου και της υποδούλωσης πολλών χωρών. Παρ’ όλα αυτά οι προσπάθειες εξομοίωσης  Κομμουνισμού και Ναζισμού δεν είναι σημερινό φαινόμενο και μια εκ του πονηρού προσπάθεια δεξιών, φασιστών και αντικομμουνιστών να  ανακαλύψουν ομοιότητες ανάμεσα στους δύο. Η μαύρη αυτή προπαγάνδα ξεκίνησε από τα καπιταλιστικά ευρωπαϊκά κράτη αλλά και τις ΗΠΑ, αμέσως σχεδόν μετά τη νίκη των πρώην Συμμάχων ενάντια στον Ναζισμό. Ποιος δεν ξέρει άλλωστε ότι οι Δυτικοί «Σύμμαχοι» θα προτιμούσαν να έχουν σύμμαχο τον Χίτλερ και όχι τον Στάλιν, αν ο πρώτος παραιτούνταν από το στόχο του να είναι κυρίαρχος  σε όλη την  Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο  και αν δεν έκανε πράξη την  φρικαλεότητα του ναζισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χίμμλερ, δεύτερος στην ιεραρχία υπό τον Φύρερ, εμπνευστής καί αρχιτέκτονας των διαβόητων στρατοπέδων θανάτου που ιδρύθηκαν σε διάφορα μέρη της κατεχόμενη Ευρώπης, όταν οι συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλαν στο γερμανικό έδαφος προσπάθησε  να διαπραγματευτεί τη σύναψη ειρήνης μέ τους Δυτικούς και τη συνέχιση του πολέμου εναντίον της ΕΣΣΔ. Μιας και η ήττα του Ναζισμού οφείλεται στην ανυποχώρητη αντίσταση των Σοβιετικών και την σαρωτική αντεπίθεση του Σοβιετικού Στρατού με τα εκατομμύρια των νεκρών τους, η προσπάθεια για να πληγεί η Σοβιετική Ένωση τότε και εν γένει ο κομμουνισμός σήμερα, εστιάστηκε στην ταύτιση των ναζιστικών στρατοπέδων και στα σοβιετικά γκουλάγκ. Παρ΄ όλο που οι συνθήκες των ναζιστικών στρατοπέδων, οι θάλαμοι αερίων, οι μαζικές δολοφονίες, τα κρεματόρια κ.ά., δεν είχαν το αντίστοιχό τους και ξεπερνούσαν κάθε ανθρώπινη φαντασία, η ταύτιση και εξομοίωσή τους με  εγκλήματα της σταλινικής περιόδου προσπαθούν ιδίως στις μέρες μας, να απονομιμοποιήσουν στις συνειδήσεις και τον κομμουνισμό και να αποκλείσουν μια και καλή, κάθε μελλοντική πιθανότητα αποδοχής και εξάπλωσής του, ως αντίπαλη πρόταση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.   Έτσι σήμερα σε χώρες της Βορειοανατολικής κυρίως Ευρώπης με φασιστικές και φιλοναζιστικές κυβερνήσεις, ο κομμουνισμός είναι απαγορευμένη ιδεολογία με επιχείρημα ότι ταυτίζεται με τον ναζισμό και φασισμό, τα κομμουνιστικά κόμματα είναι εκτός νόμου, ό,τι έχει να κάνει με κομμουνιστικά σύμβολα εξαφανίζονται δια νόμου, την ίδια στιγμή που η σβάστικα μπορεί να ανεμίζει ανατριχιαστικά και οι οπαδοί του ναζισμού όχι μόνο να χαίρουν ασυλίας αλλά και να πραγματοποιούν προγκρόμ σε πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους, σε πρόσφυγες και μετανάστες και να είναι ευπρόσδεκτοι σε κυβερνητικές θέσεις.
         Ας δούμε όμως τι λένε δύο άνθρωποι που βίωσαν ως κρατούμενοι τα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου, για αυτή την προσπάθεια εξομοίωσης του ναζισμού και κομμουνισμού. Πρόκειται για τους Πρίμο Λέβι και Ζαν Αμερί, δύο ανθρώπους που έγραψαν για την εμπειρία τους αυτή και που δεν θα μπορούσε κανείς να τους στηλιτεύσει για φιλοκομμουνισμό. Του πρώτου είναι η απάντηση που έδωσε σε κάποιο μαθητή που του έθεσε μια ερώτηση σε μια από τις πολλές επισκέψεις του σε κάποιο ιταλικό σχολείο και παρατίθεται στο Επίμετρο του βιβλίου του ¨Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος»  και του δεύτερου είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση» και τα δύο των εκδόσεων ΑΓΡΑ.

Πρίμο Λέβι,  Εάν Αυτό  Είναι Ο Άνθρωπος

 Γιατί αναφέρεστε μόνο στά·γερμανικά στρατότιεδα και καθόλου στα στρατόπεδα της Σοβιετικής ΄Ενωσης;
΄Οπως ανέφερα στήν πρώτη απάντηση μου, προτιμώ τό καθήκον του αυτόπτη μάρτυρα και όχι του δικαστή: μεταφέρω τή μαρτυρία των όσων έχω δει και υποστεί. Τά βιβλία μου δέν είναι ιστορικά βιβλία: σέ αυτά περιορίζομαι αυστηρά νά αναφέρω τά γεγονότα τών οποίων είχα άμεση εμπειρία, αποκλείοντας αυτά πού έμαθα αργότερα μέσα από βιβλία ή εφημερίδες. Παραδείγματος χάριν δέν παρέθεσα τους αριθμούς τών θυμάτων του ΄Αουσβιτς και δέν περιέγραψα τις λεπτομέρειες τών θαλάμων αερίων και τών κρεματορίων πράγματι άγνοούσα αυτά τά στοιχεία όταν ήμουν στό Λάγκερ, και τά πληροφορήθηκα μετά. όπως και όλος ό κόσμος.
Γιά τον ιδιο λόγο δέν μιλώ γενικά και γιά τά σοβιετικά στρατόπεδα: γιά καλή μου τύχη δέν τά γνώρισα, και απλώς θά επαναλάμβανα! όσα έχω διαβάσει, δηλαδή όσα ήδη ξέρουν αυτοί πού τό θέμα τους ενδιαφέρει. Είναι σαφές ότι παρ’ όλα αυτά δέν προσπαθώ ούτε και επιθυμώ νά αποφύγω τό καθήκον πού έχει κάθε άνθρωπος νά εκφράσει κάποια κρίση ή νά διατυπώσει μια γνώμη. Έκτος άπό τις προφανείς ομοιότητες ανάμεσα στά γερμανικά καί σοβιετικά Λάγκερ, νομίζω ότι μπορούμε νά παρατηρήσουμε ουσιαστικές διαφορές.
Ή κύρια διαφορά συνίσταται στον αντικειμενικό στόχο τών δύο συστημάτων. Τά γερμανικά στρατόπεδα αποτελούν κάτι το μοναδικό στήν αιματηρή ομολογουμένως ιστορία της ανθρωπότητας: στήν αρχική επιδίωξη νά εξοντώσουν καί νά τρομοκρατήσουν τούς πολιτικούς αντιπάλους, προστέθηκε μιά άλλη τερατώδης καί μοντέρνα, αυτή της ολοκληρωτικής εξάλειψης ολόκληρων λαών καί πολιτισμών. Άπό το 1941 περίπου, αυτές οί επιδιώξεις παίρνουν τή μορφή γιγαντιαίων μηχανών θανάτου: θάλαμοι αερίων καί κρεματόρια σχεδιάστηκαν συνειδητά γιά νά αφαιρέσουν τή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων ή φρικιαστική πρωτιά ανήκει στό Άουσβιτς μέ 24.000 νεκρούς σέ μία μόνο μέρα, τόν Αύγουστο του 1944. Τά σοβιετικά στρατόπεδα αναμφίβολα δέν ήταν ούτε είναι τόποι όπου ή παραμονή είναι ευχάριστη, αλλά σε αυτά, ακόμη καί στά πιο σκοτεινά χρόνια του σταλινισμού, ο θάνατος
τών κρατουμένων δέν αποτελούσε σαφή επιδίωξη: ήταν πολύ συχνό γεγονός πού αντιμετωπιζόταν μέ ωμή αδιαφορία, αλλά ουσιαστικά όχι τό κυρίως επιδιωκόμενο* ήταν συνέπεια της πείνας, του κρύου, των μολύνσεων, της εξάντλησης. Σε αυτή τή θλιβερή σύγκριση ανάμεσα στους δύο κόσμους της κόλασης θα πρέπει ακόμα νά προσθέσουμε ότι γενικά στά γερμανικά στρατόπεδα έμπαινες γιά νά μή βγεις ποτέ : το τέρμα ήταν ό θάνατος. Αντίθετα, στά σοβιετικά ύπήρχε πάντα ένα όριο: στό σταλινικό καθεστώς οί « ένοχοι» συχνά καταδικάζονταν σε βαρύτατες ποινές (δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια) μέ τρομακτική ευκολία, άλλα ύπηρχε πάντα έστω μιά μικρή ελπίδα ελευθερίας.
Άπό αύτη τή βασική διάφορα πηγάζουν οί άλλες. Οί σχέσεις ανάμεσα στους φρουρούς καί τούς κρατούμενους στή Σοβιετική ΄Ενωση είναι λιγότερο απάνθρωπες: ανήκουν όλοι στό ίδιο έθνος, μιλούν την ίδια γλώσσα, δέν χωρίζονται σέ «υπεράνθρωπους» καί  «ύπανθρώπους»  όπως στό ναζιστικό καθεστώς. Στους αρρώστους παρέχεται κάποια φροντίδα- όταν ή δουλειά είναι πολύ σκληρή μπορείς νά σκεφτείς μιά διαμαρτυρία, ατομική ή συλλογική· ή σωματική τιμωρία είναι σπάνια καί λιγότερο βάναυση* οί κρατούμενοι έχουν το δικαίωμα νά λάβουν γράμματα ή είδη διατροφής άπό τό σπίτι* ή υπόσταση του ανθρώπου δεν εξαλείφεται εντελώς. Αντίθετα, στά ναζιστικά Λάγκερ καί κατά πρώτο λόγο γιά τούς Εβραίους καί τούς τσιγγάνους, ή εξόντωση ήταν ολοκληρωτική: ακόμα καί παιδιά, κατά εκατοντάδες χιλιάδες, πέθαναν στους θαλάμους αερίων, γεγονός μοναδικό ανάμεσα στις φρικαλεότητες της ιστορίας της ανθρωπότητας. Σάν συνέπεια, το ποσοστό θνησιμότητας διαμορφώνεται διαφορετικά στά δύο συστήματα. Στή Σοβιετική ΄Ενωση, στις πιό σκληρές περιόδους, φαίνεται ότι άγγιζε τό 30% στό σύνολο τών κρατουμένων, καί είναι σίγουρα θλιβερό* άλλά στά γερμανικά στρατόπεδα άγγιζε τό 90-96%.
Θεωρώ πολύ σοβαρή τήν πρόσφατη σοβιετική « καινοτομία » σύμφωνα μέ τήν οποία μερικοί διαφωνούντες διανοούμενοι χαρακτηρίζονται βιαστικά ψυχασθενείς, κλείνονται σέ ψυχιατρικά ιδρύματα και υποβάλλονται σέ « θεραπείες » όχι μόνο βασανιστικές άλλά καί καταστροφικές γιά τις διανοητικές λειτουργίες του άνθρωπου. Αποδεικνύεται έτσι ότι ή διαφωνία τρομάζει: δέν τιμωρείται πλέον άλλά καταπνίγεται μέ φάρμακα (ή μέ τήν απειλή τους). ΄Ισως αυτή ή μεταχείριση δέν είναι πολύ   διαδεδομένη (λέγεται ότι αυτοί οί « ασθενείς» τό 1975 δέν ξεπερνούσαν τούς εκατό), άλλά είναι αποκρουστική, γιατί προσβάλλει τήν επιστήμη καί συνιστά ασυγχώρητη έκπόρνευση τών γιατρών οί όποιοι συναινούν μέ δουλικό τρόπο στις επιθυμίες της εξουσίας. Φανερώνει επίσης μιά βαθιά περιφρόνηση του δημοκρατικού διαλόγου καί τών πολιτικών ελευθεριών.
Αντίθετα, καί όσον άφορα τούς αριθμούς, μένει νά σημειώσουμε ότι σήμερα τό φαινόμενο τών σοβιετικών Λάγκερ εμφανίζει ύφεση. Φαίνεται ότι γύρω στό 1950 οί πολιτικοί κρατούμενοι ανέρχονταν σέ έκατομμύρια* σύμφωνα μέ τά στοιχεία της « Διεθνούς Αμνηστίας » (μια μή πολιτική οργάνωση ή οποία έχει σκοπό νά βοηθήσει όλους τούς πολιτικούς κρατούμενους, ανεξαρτήτως εθνικότητας καί πολιτικών πεποιθήσεων ), σήμερα (1976) δέν πρέπει νά υπερβαίνουν τους δέκα χιλιάδες.
Συμπερασματικά, τά σοβιετικά στρατόπεδα αποτελούν πάντα μια κατακριτέα εκδήλωση παράνομης καί απάνθρωπης συμπεριφοράς. Είναι ή άρνηση του σοσιαλισμού, ή αμαύρωση του' μάλλον πρέπει να θεωρηθούν σάν μιά βάρβαρη κληρονομιά του τσαρικού απολυταρχισμού άπό τήν οποία το σοβιετικό καθεστώς δέν ήξερε ή δέν ήθελε να απελευθερωθεί. Όποιος διαβάσει τις «Αναμνήσεις από τό σπίτι των πεθαμένων» του Ντοστογιέφσκι, έργο του 1862, δέν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τά ίδια χαρακτηριστικά τών φυλακών πού περιγράφονται εκατό χρόνια μετά άπό τον Σολτζενίτσιν. Είναι όμως δυνατόν, ή μάλλον εύκολο, νά φανταστεί κανείς τό σοσιαλισμό χωρίς Λάγκερ: σε πολλά σημεία του κόσμου είναι πραγματικότητα. Άλλά ό ναζισμός χωρίς Λάγκερ είναι αδιανόητος.

Ζαν Αμερί, Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση

Ακούω συγκεκριμένα να μου υπενθυμίζουν το παράδειγμα του κομμουνισμού. ΄
Άλλωστε, τώρα μόλις δέν ανέφερα ό ίδιος ότι βασανιστήρια υπήρχαν επί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια στη Σοβιετική Ένωση; Έξαλλου, ό Arthur Kostler* δεν είχε κάνει λόγο για... Ώ, ναι. Ξέρω, ξέρω. Θεωρώ, όμως, αδύνατον να σχολιάσουμε λεπτομερώς στο σημείο αυτό τους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου, σύμφωνα μέ τους oποίους ο κομμουνισμός και ό έθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Έχει καταντήσει βαρετό να μας παραθέτουν τό ένα δίπλα στο άλλο τα ονόματα του Χίτλερ και του Στάλιν, τό ΄Αουσβιτς και τή Σιβηρία, τό τείχος του γκέττο της Βαρσοβίας και τό τείχος του Βερολίνου, λες και μιλούν για τον Goethe και τον Schiller, τόν Klopstοck* και τον Wieland.* Ακροθιγώς, θα αρκεστώ απλώς νά επαναλάβω, μιλώντας έξ ονόματος μου και μέ κίνδυνο να στηλιτευτώ, τί είπε κάποτε ό Τόμας Μάνν σέ μια συνέντευξη ή οποία έμελλε νά ξεσηκώσει κύματα επικρίσεων: Ότι δηλαδή ό κομμουνισμός, όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς, δεν παύει νά αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ό χιτλερικός φασισμός δέν υπήρξε καν ιδέα, άλλά μια άθλια άνοσιουργία. Αναμφισβήτητο είναι, τέλος, ότι ό κομμουνισμός κατόρθωσε νά άποσταλινοποιηθει και ότι στή σημερινή σοβιετική σφαίρα επιρροής, στόν βαθμό πού δίνουμε πίστη σέ διασταυρωμένες μαρτυρίες, τά βασανιστήρια ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Στήν Ουγγαρία κυβερνά σήμερα ένας πρωθυπουργός πού κάποτε είχε πέσει και ό ίδιος θύμα σταλινικών βασανισμών. Ποιος όμως μπορεί πράγματι νά φανταστεί έναν έθνικοσοσιαλισμό απαλλαγμένο από τό χιτλερικό δόγμα, και ώς αντιπροσωπευτικό πολιτικό πρόσωπο μιας Ευρώπης αναδιοργανωμένης σέ ναζιστική βάση κάποιον αλλοτινό οπαδό του Ernst Rohm*, σφυρηλατημένο στο καμίνι τών βασανιστηρίων; Κανείς δέν μπορεί νά το φανταστεί. Θά ήταν πέρα ώς πέρα αδύνατον. Διότι ό έθνικοσοσιαλισμός, ό όποιος ναι μεν δέν διαπνεόταν από ιδέες, πλήν όμως διέθετε ενα ολόκληρο οπλοστάσιο άπό συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα τό μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα πού όχι απλώς έκανε πράξη τήν κυριαρχία του άντι-ανθρώπου, όπως άλλωστε και άλλα κόκκινα ή λευκά καθεστώτα τρομοκρατίας, αλλά και την ανέδειξε ρητά σέ βασική του αρχή. Ή λέξη «ανθρωπισμός» ήταν γιά τον ναζισμό τόσο μισητή όσο ή αμαρτία γιά τον θεοσεβούμενο, γι'αύτό και μιλούσε μέ απαξίωση γιά «ανθρωπιστική παραζάλη». Συγχρόνως, εξολόθρευε και υποδούλωνε λαούς ολόκληρους - πράγμα πού δέν επιβεβαιώνεται μόνο από τα corpora delicti*(σώματα του εγκλήματος), αλλά και από επαρκή αριθμό θεωρητικών θέσεων. Οί ναζί βασάνιζαν, όπως και άλλοι, προκειμένου να αποσπάσουν σημαντικές πληροφορίες γιά τήν πολιτική του κράτους. Άπό τήν άλλη, όμως, βασάνιζαν μέ τήν ήσυχη συνείδηση του άνοσιουργού. Υπέβαλλαν τους κρατούμενους τους σέ μαρτύρια, έχοντας συγκεκριμένους σκοπούς, ειδικά προσδιορισμένους κατά περίπτωση. Προπάντων, όμως, βασάνιζαν επειδή ήταν βασανιστές. Φρόντιζαν νά επωφελούνται μέ κάθε τρόπο άπό τά βασανιστήρια. Μά ακόμα πιο ένθερμος ήταν ό ζήλος με τόν όποίο τα υπηρετούσαν οί ίδιοι.